Ιστορία

Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση: Όψεις της Α’ γενιάς Κυπρίων καλλιτεχνών

Πώς είναι να ζει κανείς στο μεταίχμιο δυο αυτοκρατοριών, δηλαδή στο πέρασμα από τις παλαιές μορφές οθωμανικής κυριαρχίας στην ισχυρότερη δυτική αποικιοκρατική αυτοκρατορία; Πώς είναι να βρίσκεται κανείς υπήκοος αυτοκρατοριών ξένων, με άλλα λόγια ξένος υπήκοος στον ίδιο του τον τόπο;

Μπορούμε, μέσω της τέχνης, να εντοπίσουμε τη μετάλλαξη του κόσμου της Κύπρου ανάμεσα στα 1878 και στα 1925, από κομμάτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε βρετανική αποικία;  Τι μπορεί να μας πει η τέχνη για τον ετερογενή οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα του νησιού;

Τα ερωτήματα αυτά σκιαγραφόνται μέσα από τη μελέτη της κυπριακής τέχνης, εκείνης δηλαδή της εικαστικής παραγωγής που προέρχεται από καλλιτέχνες που γεννήθηκαν την περίοδο 1880 – 1920 και έζησαν τη ζωή τους ή ένα μέρος αυτής στο νησί. Η ιστορία της περιόδου αυτής, ιδωμένη μέσα από το βλέμμα των καλλιτεχνών, αποτελεί ένα απαραίτητο εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας καθαρής αντίληψης για μια περίοδο που προηγήθηκε κρίσιμων επιλογών του κυπριακού λαού.

Οι κάτοικοι του νησιού, υπό την οθωμανική αυτοκρατορία για τρεις αιώνες, βρίσκονταν σε δυσχερή θέση, υποφέροντας από τη βαριά φορολογία, τη συνακόλουθη χαμηλή παραγωγικότητα και οικονομική δραστηριότητα, ενώ συχνές ήταν οι θεομηνίες που έπλητταν το νησί.  Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν υπήρξε το έδαφος να αναπτυχθούν οι καλές τέχνες, ούτε εξαπλωθούν τα καλλιτεχνικά ρεύματα και οι ιδέες της Αναγέννησης, του Ρομαντισμού και του Διαφωτισμού. Οι μόνοι που ζωγράφιζαν και αποτύπωναν όψεις του νησιού και της καθημερινότητας του ήταν οι ξένοι επισκέπτες και περιηγητές.

Ο δέκατος ένατος αποτελεί, ουσιαστικά, την περίοδο όπου εμφανίζονται οι πρώτες αμιγώς καλλιτεχνικές προσπάθειες, αν κανείς δεν προσμετρήσει σε αυτές τις λεγόμενες “λαϊκές” μορφές τέχνης που υπηρετούν καθημερινές ανάγκες καλαισθησίας του λαού (αρχιτεκτονική, μικροτεχνία, διακοσμητική, κεντητική, υφαντική, ξυλογλυπτική, αργυροχρυσοχοϊα, κεραμική). Το 1878 η Κύπρος παραχωρείται στη βρετανική αυτοκρατορία, εμπορική και οικονομική αναγέννηση συντελείται, η αποκιοκρατική αντίληψη ενθαρρύνει την εκπαίδευση του λαού, που αναπτύσσεται στα πρότυπα του αντίστοιχου ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος ενώ Έλληνες καλλιτέχνες έρχονται στο νησί για να εργαστούν ως καθηγητές τέχνης.

Στους πρώτους Κύπριους ζωγράφους συγκαταλέγονται ο Βασίλης Βρυωνίδης (1883 – 1958), ο Νίκος Νικολαϊδης (1884 – 1956), ο Ανδρέας Θυμόπουλος (1881 – 1953), που υπήρξε και ο πρώτος Κύπριος απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της ΑΘήνας, o Ιωάννης Κισσονέργης (1889 – 1963) και η Olga Rauf (1893 – 1987). Αυτοδίδακτοι ζωγράφοι, όπως ο Μehmet Necati (1904 – 1984) και ο ζωγράφος της ναϊφ τέχνης Μιχαήλ Κκάσιαλος (1885 – 1974), αποτυπώνουν με το έργο τους όψεις της καθημερινότητας του νησιού.  Σιγά σιγά, με την έλευση του εικοστού αιώνα, ολοένα και περισσότεροι Κύπριοι παρακολουθούν σπουδές στο εξωτερικό και επιστρέφουν με νέες αντιλήψεις για τη φύση της τέχνης, θέτοντας ουσιαστικά τα θεμέλια της σύγχρονης κυπριακής τέχνης. Ανάμεσα σε αυτούς, ξεχωρίζουν ο Τηλέμαχος Κάνθος (1910 – 1993), ο Αδαμάντιος Διαμαντής (1900 – 1904), ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου (1901 – 1972), η Λουκία Νικολαϊδου-Βασιλείου (1900 – 1994), ο Σολωμός Φραγκουλίδης (1902 – 1981). Ιδιάζουσα περίπτωση, εξαιτίας του κοινωνικού αποκλεισμού που η ψυχική του κατάσταση επέβαλε, αποτελεί ο Κώστας Στάθης (1913 – 1987), ο οποίος αν και έζησε απομονωμένος εξέφρασε με εντυπωσιακή μαεστρία σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα.  Σημαντικό έργο παρήγαγαν επίσης ο Βίκτωρας Ιωαννίδης (1903 – 1984), ο Τάκης Φραγκούδης (1900 – 1978), ο Χαρίλαoς Δίκαιος (1911 – 2009), ο Κώστας Αβερκίου (1917 – 1981), ο Ανδρέας Ασπρόφτας (1919 – 2005), ο Cevded Cagdas (1926 – 2009), ο Φώτος Χατζησωτηρίου (1919 – 2004) και ο Ξάνθος Χατζησωτηρίου (1920 – 2003), ενώ αξίζει να αναφέρουμε την Περσεφόνη Τζήρου-Ξενάκη (1908 – 2000), μια από τις λίγες γυναίκες της περιόδου που ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική και εξέθεσαν τη δουλειά τους. Στη γενιά αυτή περιλαμβάνεται ακόμη ο Γιώργος Μαυροϊδης (1912 – 2003), ο οποίος διετέλεσε καθηγητής και πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Οι Κύπριοι ζωγράφοι αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα το μεγαλύτερο μέρος τους που πέρασε τη ζωή του στο νησί, κινήθηκαν στα πλαίσια του ρεαλισμού, δίνοντας έναν εξαιρετικό πλούτο πληροφοριών για τον τρόπο ζωής στο νησί και αναπαριστώντας τοπία και σκηνές από έναν κόσμο που έχει πια σχεδόν χαθεί, μέσα από μοναδικές ηθογραφίες και τοπιογραφίες. Είναι επίσης εμφανές ότι ο ιμπρεσιονισμός επηρέασε το έργων των Κυπρίων ζωγράφων, αν και ίσως το φως και η δύναμη των χρωμάτων του τοπίου να μην επέτρεψε την εξέλιξή του. Κάτι τέτοιο μπορεί να αισθανόταν ο Γιώργος Σεφέρης, λίγα χρόνια αργότερα, όταν έγραφε σ΄ένα στίχο του πως “Θα προτιμούσατη ζεστασιά του ήλιου χωρίς τον ήλιο· θ’ αποζητούσα /μια θάλασσα που δεν απογυμνώνει· ένα μαβί χωρίς φωνή / χωρίς αυτή την ανάγωγη ανάκριση την καθημερινή”. Αν και η πολλές φορές οριενταλιστική οπτική με την οποία αντίκρισαν οι ξένοι περιηγητές την Κύπρο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή της Λεβαντίνης, επηρέασε τους εκφραστικούς τρόπους των Κυπρίων ζωγράφων αυτής της περιόδου, οι Κύπριοι ζωγράφοι δεν είδαν ποτέ την Ανατολή από έξω, με ένα τριτοπροσωπικό βλέμμα. Με άλλα λόγια, η διχοτομία Ανατολή – Δύση δεν εκφράστηκε από την κυπριακή τέχνη αυτής της περιόδου. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδράσεις ενός «ανατολίτικου» τρόπου ζωής ή δυτικότροπα ζωγραφικά σχήματα δεν είναι ορατά, αλλά στην περίπτωση των Κυπρίων καλλιτεχνών αυτής της γενιάς εκφράζονται στην τέχνη τους ως ένα αδιαίρετο όλον, εφόσον το διχοτομικό σχήμα πρόσληψης της πραγματικότητας “Ανατολή – Δύση”, δεν είχε ακόμη προλάβει να δομήσει τη συνείδησή τους.

 

Έφη Κυπριανιδου

Δρ Φιλοσοφίας

Επιμελήτρια